Μια μέρα όπως όλες

Το πρωί ξυπνάω, ανοίγω τα εξώφυλλα, τραβάω τις σίτες να μπαίνει αέρας φρέσκος. Νίβομαι, βάζω μια ψευτοαλοιφή στο πρόσωπο και πάω και βγάζω το καναρίνι. φτιάχνω καφέ και κι όσο να πιω μια δυο γουλιές έχει ξυπνήσει κι ο δικός μου. Πίνουμε καφέ, ίσως να φάμε και καμιά φρυγανιά με βούτυρο και μέλι. Αν έχω καθαριότητα, εκείνος θα παραμείνει στο μπαλκόνι χαζεύοντας και κάνοντας τσιγάρα το ένα μετά το άλλο. Τελειώνω με την καθαριότητα ή το άπλωμα της μπουγάδας και αρχίζω το μαγείρεμα. Εκείνος πιάνει την θέση του στον υπολογιστή του. Κι εγώ μέχρι να γίνει το φαγητό κάθομαι στο λαπτοπ, ψάχνοντας αγγελίες για την περιοχή μου (μιας και δεν είναι πρώτη έννοια του, έλεος δηλαδή) ή παίζοντας χαζοπαίχνιδα στο facebook, αν είμαι τρελαμένη.

Μεσημέρι πια και στρώνουμε τραπέζι για φαγητό. Τρώμε. Σε 15′ έχουμε τελειώσει. Μαζεύει τα πιάτα τα βάζει στο νεροχύτη όσο εγώ τρώω κάνα φρούτο -για επιδόρπιο- αν έχουμε. Σηκώνομαι και πλένω τα πιάτα κι εκείνος τινάζει τα ψίχουλα του τραπεζομάντηλου (σουπλά και μαλακίες δεν τα ξέρουμε στο χωριό μας), κάτω απ’το μπαλκόνι (ας φάει κάνα ψίχουλο κανά περιστεράκι του Θεού, αν είναι περαστικό απ’τα μέρη μας). Όταν τελειώνουμε, εκείνος ξανακάθεται στον υπολογιστή του ή πέφτει για ύπνο χαζεύοντας τηλεόραση κι εγώ κάθομαι στο λαπτοπ, παίζοντας διάφορα παιχνίδια ή διαβάζοντας βιβλία που έχω κατεβάσει.

Πιάνει απόγευμα και φτιάχνω καφέ. Εκείνος ίσως κοιμάται ακόμη. Σηκώνεται κατά τις 7 και φτιάχνει καφέ να πιει. Κάνει τσιγάρο, πίνει μερικές γουλιές καφέ και ξανακάθετε στον υπολογιστή, για να συνεχίσει το online παιχνίδι. Οι «φίλες» του στο παιχνίδι δεν κάνουν χωρίς αυτόν. Τον σχολιάζουν όποτε είναι να έρθει για φαγητό ή είναι να πάει για ύπνο. Λες και θα φάει απ’το δικό τους πιάτο ή θα χαλάσει το σκέπασμα απ’το δικό τους κρεββάτι.

Σουρουπώνει. Βάζω το καναρίνι μέσα. Το στομάχι μου διαμαρτύρεται και τον ρωτάω αν πεινάει. Στρώνω να ετοιμάσω να φάω ή να φάμε. Τελειώνουμε. Σηκώνομαι και πλένω τα πιάτα κι εκείνος τινάζει τα ψίχουλα του τραπεζομάντηλου (σουπλά και μαλακίες δεν τα ξέρουμε στο χωριό μας), κάτω απ’το μπαλκόνι (ας φάει κάνα ψίχουλο κανά περιστεράκι του Θεού, αν είναι περαστικό το πρωί απ’τα μέρη μας). Όσο πλένω τα πιάτα, εκείνος κάνει το τσιγάρο του. Τελειώνω με το συμμάζεμα της κουζίνας. Εκείνος πιάνει την θέση του στον υπολογιστή του κι εγώ στο λαπτοπ.

Βράδυ. Κλείνω το λαπτοπ γιατί κουτουλάω. «Παραμορφώθηκα» και σήμερα. Η σκέψη μου για άλλη μια φορά την ώρα που κλείνω το καπάκι του λαπτοπ: «θα με ειδοποιήσουν για την δουλειά; Τι σκατά μας έβαλαν και υπογράψαμε συμβάσεις»; Τον Οκτώβρη καλώς εχόντως των πραγμάτων ίσως αρχίσω να δουλεύω σε κοινοφελές πρόγραμμα. Λέω «ίσως» γιατί με την γκαντεμιά που έχει χτυπήσει το σπίτι μου, νιώθω απελπισμένη. Σηκώνομαι κι άλλαζω και βάζω το νυχτικό μου. Κλείνω και τα εξώφυλλα, δεν κλειδώνω γιατί θα κλειδώσει αφού κάνει το τελευταίο τσιγάρο για σήμερα. Το φιλί της «καληνύχτας» ακόμη και την ίδια την «καληνύχτα» είναι ξεχασμένες λέξεις. Πέφτω στο κρεββάτι χαζεύοντας μαλακίες στο τηλεόραση. Αποκοιμιέμαι.

Ξημέρωσε και φτου και πάλι απ’την αρχή, τις περισσότερες μέρες του μήνα! Έτσι διασκεδάζουμε κιόλας! Ωχ…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s